Στο χωριό μας, δεν υπήρχε οικογένεια να μην έχει το αμπέλι της, εκείνα τα χρόνια. Άλλη λίγο, άλλη πολύ, το είχαν σαν τα μάτια τους. «Χωρίς ψωμί έλεγαν κάνω, χωρίς κρασί ούτε ώρα». Δεν υπήρχαν πολλά είδη σταφυλιών.

  • Εκείνο που είχαν όλοι ήταν ο γκοσμάς. Κατ΄ εξοχήν κρασοστάφυλο, με μαύρες σφιχτοδεμένες μεταξύ τους ρόγες πολύ γλυκιές.
  • Ασπρούδια νυχάκι με μικρές ρόγες που αργούσε περισσότερο να ωριμάσει, γιατί ήταν σε κρεβατίνες ή σε δέντρα επάνω.
  • Μαυροστάφυλο, ή βρωμοστάφυλο, άφθονο στα δέματα.
  • Ροδίτες, ένα ροζ σκληρό τραγανό σταφύλι που γινόταν πολύ αργά και λίγα φιλέρια που 29 Αυγούστου είχαν φαγωθεί, ή αν υπήρχαν ακόμα αυτή τη μέρα όσοι είχαν, τα φύλαγαν στα αμπέλια το πρωί, από τους προσκυνητές που πήγαιναν για το μοναστήρι του Αϊ –Γιάννη, για να κόψουν επιστρέφοντας για το χωριό, μετά την εκκλησία.

…Τα σταφύλια που είχαμε στα αμπέλια άρχισαν να μαυρορογιάζουν από 20 Αυγούστου και μετά, αλλά τέλος Σεπτεμβρίου δεν υπήρχε παρδαλή ρόγα. Ο τρύγος γινόταν την ίδια μέρα, σε όλο το χωριό κι επειδή τα΄ αμπέλια ήταν σχεδόν όλα στο κάτω χωριό, οριζόταν ημερομηνία συγκομιδής από το Δημοτικό Συμβούλιο, που σύσσωμο το χωριό, με εξαίρεση κανένα ανήμπορο, πρωί πρωί κατέβαινε στ΄ αμπέλια, με φορτωμένα τα μουλάρια τεράστιες καλάθες και μέσα σ΄ αυτές μικρότερες. Τότε βέβαια περνούσαν και οι γύφτοι από το χωριό που επιτόπου έπλεκαν τα καλάθια, ανάλογα με το μέγεθος που ήθελες, τώρα αναρωτιέμαι αν και οι γύφτοι θυμούνται να πλέξουν καλάθες.

Οι νοικοκυρές είχαν έτοιμο από τη νύχτα το φαγητό. Μερικές άλλες που δεν ήθελαν να χάσουν τον ύπνο τους, αλλά ήθελαν να σταματούν ενδιάμεσα να βλέπουν δήθεν τη φασουλάδα γιατί δε γίνεται λόγος για άλλο φαγητό και ταυτόχρονα να ανασαίνουν λίγο, μαγείρευαν στην άκρη του αμπελιού. Αυτές βέβαια ξεχνούσαν ότι δεν περνάει η μέρα με δυο και με τρία κατουρήματα…

Μαύριζαν τ΄ αμπέλια απ΄ τον κόσμο. Ξεχώριζες μόνο τις άσπρες βαμπακέλες που φορούσαν τα κορίτσια, που έκοβαν τα σταφύλια ή τα μετέφεραν με τα καλαθάκια τους στις καλάθες που ήταν τοποθετημένες στην άκρη του αμπελιού. Όλη μέρα άκουγες φωνές και χαρούμενα τραγούδια. Ήταν και η καλύτερη ημέρα των σχολιαρόπαιδων, γιατί δεν είχαν σχολείο και βοηθούσαν στον τρύγο τους γονείς τους. Μερικοί πατούσαν τα σταφύλια στην άκρη στο αμπέλι και μετέφεραν το μούστο μέσα σε ασκιά στο χωριό.

Το βράδυ μαζεύοντας και τα τελευταία σταφύλια, έφευγαν όλοι για το χωριό, τραβώντας τα μουλάρια που ήταν βαρυφορτωμένα. Τι ήταν κι αυτό, να βλέπεις και να ακούς απ΄ τον Αϊ- Γιάννη, μέχρι τα τελευταία σπίτια του Κάτω Χωριού, άνδρες, γυναίκες και παιδιά χαρούμενους που μάζεψαν την καινούρια σοδειά, ν΄ ανηφορίζουν για το χωριό!

Στη βρύση που ήταν στα ρέματα, στο μονοπάτι που ένωνε τη Κάτω με την Επάνω Γραμμένη Οξυά, που ήταν το κυρίως χωριό, άνθρωποι που είχαν τα μαγαζιά, περίμεναν με ψημένα τα μανάρια ή προβατίνες και παγωμένο στη βρύση κρασί και όπως ανεβαίναμε , οι μεγαλύτεροι αγόραζαν λίγο κρέας ψητό, το οποίο όλη η οικογένεια έτρωγε επί τόπου. Οι μεγάλοι έπιναν από ένα ποτήρι κρασί και οι μικρότεροι άφθονο δροσερό νερό απ΄ τη βρυσούλα, μετά την ολοήμερη κούραση και ευχαριστημένοι όλοι έφευγαν για το χωριό να ξεφορτώσουν τις καλάθες με τα σταφύλια.

Η άλλη μέρα, αφού το πρωί μάζευαν τα σταφύλια από τις αχλαδιές, ή τα δέματα στα γιούρτια αφιερωνόταν στο πάτημα των σταφυλιών. Η κάδη από δρυ ή καστανιά, ήταν φρεσκοκαθαρισμένη και στη θέση του πύρου ήταν τοποθετημένα προσεκτικά κέδρος και σφαλαχτιά για να βγαίνει το κρασί καθαρό χωρίς τσίπουρα. Στο επάνω μέρος της κάδης είχε δεθεί το πατητήρι, μέσα στο οποίο πατούσαμε κυρίως εμείς τα παιδιά τα σταφύλια. Όταν τελείωνε το πάτημα στο επάνω μέρος της κάδης τοποθετούσαν κλαδιά με πλατανόφυλλα και πλακολιθιές και σκέπαζαν την κάδη. Το κρασί με τα τσίπουρα παρέμεινε στην κάδη μέχρι να ξεθολώσει. Όταν το έβγαζαν απ΄ τον πύρο έβγαινε λαμπερό και κόκκινο και το τοποθετούσαν στο βαρέλι.

Όσοι ήθελαν το κρασί μπρούσκο, το άφηναν περισσότερες ημέρες με τα τσίπουρα να βράσει και στη συνέχεια το έβαζαν στο βαρέλι και το σκέπαζαν. Περίπου 40 ημέρες ήθελε το κρασί να βράσει για να σφραγιστεί πλέον στα βαρέλια που είχαν πάρει ήδη τη θέση τους στο κατώι…

Την ώρα του τρύγου οι νοικοκυρές επιλέγουν γερά σταφύλια και τα κόβουν μαζί με την κληματόβεργα για να τα κρεμάσουν στο ταβάνι του σπιτιού μαζί με κυδώνια ή μήλα ή ρόδια, τα οποία έτρωγε η οικογένεια τα Χριστούγεννα ή και μετά. Αυτά ήταν τα κρεμαντζούλια.

Επίσης με το πάτημα των σταφυλιών, οι νοικοκυρές έπιαναν φρέσκο μούστο, που στη συνέχεια έβραζαν στο καζάνι και έκανα το πετιμέζι. Με το πετιμέζι γέμιζε το σπίτι γλυκά. Γλυκό με κολοκύθια, με κυδώνια, με μήλα και καρύδια, που περνούσε η οικογένεια μέχρι το καλοκαίρι. Επίσης κρατούσαν άφθονο μούστο και ξεγελούσαν τους χειμωνιάτικους μήνες τα παιδιά με καμιά μουσταλευριά…

(Δημοσιεύτηκε το 2005 στο αριθ. 80 φύλλο της εφημερίδας «Γραμμένη Οξυά»).

Η φωτογραφία είναι χαρακτηκό του Τάσσου