Ένας χαριτωμένος θρύλος λέει πως η οξυά και ο έλατος ήταν αδέλφια και ταξίδεψαν κάποτε από τις παγωμένες χώρες του βορά προς το νότο. Διάβηκαν χώρες και βουνά κι ύστερα από μακρύ ταξίδι έφτασαν και στον τόπο μας. Σκαρφάλωσαν στα πανέμορφα ηπειρωτικά βουνά, διάβηκαν στις ράχες και στις πλαγιές της Πίνδου κι ύστερα ανέβηκαν στα Άγραφα. Η Οξυά ανηφορίζοντας στα κακοτράχαλα βουνά της Πίνδου,των Τζουμέρκων και των Αγράφων απόκαμε από την κούραση. Φτάνοντας κάποτε στη Σαράνταινα ,απάνω από τη Στάγια κι αντίκρυ από το Γαρδίκι, έριξε ...άγκυρα. «Ως εδώ και μη παρέκει...» φωνάζει κατάκοπη στον αδελφό της.

Ο έλατος έβαλε όλα τα δυνατά του να την καταφέρει να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Και τι πλάνα λόγια δεν της είπε και τι καλούδια δεν της έταξε! Άδικα όμως την παρακαλούσε. Ούτε βήμα δεν έκαμε εκείνη πιο πέρα. Αυτός συνέχισε τότε μοναχός την πορεία του ως τον Πάρνωνα και τον Ταΰγετο, ενώ η Οξυά ρίζωσε για πάντα εδώ, σκαρφαλώνοντας ως τις κορφές της Σαράνταινας για να αγναντεύει από εκεί όσο μπορεί μακρύτερα κατά τις χώρες του νότου, που δεν της ήτανε γραφτό να τις γνωρίσει ποτέ.