Κάθε χωριό έχει τον άγιο του, τον προστάτη του, τον αφέντη άγιο, όπως λέει ο λαός. Έχει όμως κι έναν άλλο προστάτη, κάποιον που στέκεται άγρυπνος φρουρός, έτοιμος να παλέψει και να θυσιαστεί για το συμφέρον του χωριού. Είναι το στοιχειό του χωριού, που στη φαντασία του λαού μας είναι πνεύμα άυλο κι αδιόρατο, που άλλοτε εμφανίζεται απρόσωπα κι άλλοτε με μορφή ανθρώπου γίγαντα ή ζώου. Δε διστάζει μάλιστα να μονομαχήσει μέχρι εξοντώσεως και με το στοιχειό του γειτονικού χωριού, όταν γίνεται απόπειρα μετακίνησης των ορίων ή όταν κινδυνεύουν τα συμφέροντα του δικού του χωριού.1

Όμως η φαντασία και ο φόβος δεν έπλασαν μόνο στοιχειά και στοιχειώματα, αλλά και φαντάσματα, ξωτικά και νεράιδες, δαιμονικά, τελώνια και βρυκόλακες. Κατοικούν σε όλο το στερέωμα, σε γη και σ’ αέρα. Άμα δεν τα πειράξεις δε σε πειράζουν, άμα δε φωνάξεις δε σου παίρνουν τη λαλιά, λέει ο λαός. Οι κολασμένες ψυχές δε βρίσκουν πουθενά ησυχία και τριγυρίζουν στον απάνω κόσμο. Το βογκητό του αδικοσκοτωμένου το σκορπάει ο αέρας στις πλαγιές και στα λαγκάδια, που θα σταματήσει με ένα πιάτο σιτάρι την Κυριακή στην εκκλησία και να μνημονευθεί το όνομά του. Αντίδοτο, λένε οι παλιοί, άμα δεις ξωτικό είναι να πεις πολλές φορές το «Πιστεύω» και το «Πάτερ υμών», ή να κάψεις μάλλινο ύφασμα μέχρι να γίνει «σκρούμπος». Οι γιαγιάδες ακόμα διηγούνται ιστορίες για τις «Μοίρες» και για τη «Μώρα» και αραδιάζουν ένα σωρό ξόρκια.

Άκουσα τους γεροντότερους να λένε ότι το στοιχειό του χωριού ήταν μια αγελάδα, η οποία πολλές φορές, στην προσπάθειά της να βοηθήσει το χωριό, μεταμορφωνόταν σε γυναίκα. Το δικό μας στοιχειό κάποτε πάλεψε πάνω στα Ταμπούρια με το στοιχειό του Κυριακοχωρίου, που ήταν ένα βόδι και νικήθηκε. Υποχωρώντας προς το χωριό, συνάντησε στη Νταμνιάνη τον Τριανταφύλλου, που φύλαγε πρόβατα, μεταμορφώθηκε σε γυναίκα και του ζήτησε το όπλο. Πυροβολώντας έτρεψε το βόδι σε άτακτη φυγή κι έτσι γλίτωσε το χωριό.

Για το στοιχειό και τα δαιμονικά του χωριού γράφει ο Χρήστος Κοντολάτης, ο οποίος αναφέρεται και σε μια άλλη εκδοχή:2

«Το στοιχειό του χωριού ήταν μια μεγάλη αγελάδα. Στοιχειό όμως είχαν και τα άλλα χωριά και όταν συναντώντο στα σύνορα των χωριών πάλευαν μεταξύ τους. Όποιο κέρδιζε δεν είχε αντίκτυπο στο χωριό που προστάτευε, όποιο όμως έχανε, πέθαιναν οι άνθρωποι του χωριού που προστάτευε. Αυτό συνέβη με το στοιχειό του Κυριακοχωρίου ή της Στάγιας που ήταν ένα βόδι και σε πάλη μεταξύ τους κάπου στα Ταμπούρια ή στη Ρίπα, κέρδισε τη μάχη το ξένο στοιχειό. Αποτέλεσμα της ήττας του στοιχειού ήταν να πεθαίνει κάθε βράδυ ένας άνδρας. Το χωριό τότε ήταν στο Παλιοχώρι.

Μετά από λίγο καιρό παρουσιάστηκε στον ύπνο κάποιας γυναίκας του χωριού μας μια άγνωστη γυναίκα, που όπως το συνδύασαν τότε από την περιγραφή, ήταν η Αγία Παρασκευή και της είπε: «Να φύγετε απ΄ το μέρος αυτό αν θέλετε να σταματήσει το θανατικό». Εγκατέλειψαν οι κάτοικοι στο Παλιοχώρι και διασκορπίστηκαν σε διάφορες τοποθεσίες του χωριού, μέχρι που έγινε το νέο χωριό που ζούμε. Αυτή την ιστορία έλεγαν οι παλιότεροι αλλά και οι επιζώντες γέροντες όπως την άκουσαν απ΄ τους πατεράδες τους.

Την παρακάτω ιστορία παραθέτω όπως ακριβώς μου τη διηγήθηκε ο Κώστας Βήττας και είναι μια συζήτηση που έγινε με το μακαρίτη Παπακώστα (Παπαπαναγιώτου). Παπακώστας: « Εγώ λέω δεν παραδέχομαι τίποτα, αλλά ας αφήσουμε το καλαμπούρι και να μιλήσουμε σοβαρά. Πολλοί άνθρωποι δε βλέπουν, πολλοί άνθρωποι βλέπουν. Ο σατανάς έχει την ιδιότητα να μεταμορφώνεται σε διάφορα αντικείμενα, δεν έχει όμως ποτέ δικαίωμα να σε πράξει. Εγώ ήμουνα μαθητής του σχολαρχείου. Είχε σχολαρχείο τότε η Αρτοτίνα. Ο πατέρας μου πήγαινε όπως και μετά εγώ και λειτουργούσε σαράντα μέρες στον Αϊ- Γιάννη μας κάθε βράδυ. Κάναμε το Σαραντάρι, όπως κάνουν τώρα τη Μ. Σαρακοστή. Έρχομαι από την Αρτοτίνα, βοήθησα τον πατέρα μου τον Παπαναγιώτη, κάναμε τον Εσπερινό και μας πήρε η μέρα με τη νύχτα, εκεί στ’ Καλαντζή τα δέντρα. Ξέρ’ς τώρα που σ’ λέω στ΄ Λαγκιώνη, ερχόμαστε απάν’ και ανεμοσούραε. Τούχε πιάσ’ του χιόνι για τα καλά. Όπως ερχόμασταν απάν’ βλέπω μεσ’ του δρόμο σταυρωτά, ένα βόδι π’ αναχάραζε. Αυτό το είδε και ο πατέρας μου. Μ’ έπιασε απ΄ το χέρι και μου ‘κανε με το χέρι μη μιλάς. Διπλώσαμε, περάσαμε και μου μίλησε στο Εικόνισμα. Μ’ λέει εκεί ο πατέρας μου είδες τίποτα κει που ερχόμαστε, τ ’ λέω είδα ένα βόιδι π’ αναχάραζε. Καλά μου είπε δεν είναι τίποτα.

Πάλι τέτοια εποχή με κακοκαιρία, χιόνι και ανεμοσιούρ’ πάλι τέτοια ώρα, μόλις φθάσαμε στο ρέμα τ’ Λαγκιών’, τον κατακατήφορο κατέβαινε συμπεθερικό, με τα όργανα, με τα προικιά φορτωμένα, μουλάρια, κόσμος απάν’ και απάν’ το ρέμα γιομάτο. Με ξανάπιασε ο πατέρας μου απ’ το χέρι και περάσαμε τον κόσμο. Μετά με ρώτησε τι είδα. Του είπα για τον κόσμο, τα όργανα κι όλα αυτά. Και τότε ο Παπακώστας είπε: όταν ακούτε κάποιον να λέει ότι είδε, να μην αποκλείετε ότι δεν είδε. Είναι άνθρωποι που δε βλέπουν ποτέ τίποτα. Ο σατανάς όμως υπάρχει και μεταμορφώνεται σε οτιδήποτε».

Στο κάτω αριστερό μέρος της Βαθιάς Λάκας, επάνω σε κάτι λατσούδια, ήταν μέχρι τα τελευταία χρόνια, πλεξούδες γυναίκας και κόκαλα ανθρώπινα. Εκεί το έλεγαν στη Συναγωνίστρια και όταν είχε παλιόκαιρο κατά το μεσημέρι άκουγαν βογκητά και κλάματα.

Στο ρουμάνι και στο αριστερό μέρος που ενώνεται με τη Βαθιά Λάκα στα τελευταία ισιώματα, καθόμαστε το 1960 μια βροχερή ημέρα του Δεκεμβρίου με βαθιά αντάρα με το μακαρίτη Μανικομήτσο και δυο τρεις κοπέλες του χωριού μας και βοσκούσαμε τα μαρτίνια. Καθώς είχαμε ανάψει φωτιά και ζεσταινόμαστε, ακούσαμε κυπρέλι σκυλιού. Ο μακαρίτης είπε τέτοια μέρα ποιος παλάβωσε κι ήρθε για κυνήγι. Σε λίγο το σκυλί περνούσε δίπλα μας, χωρίς να το βλέπει άλλος εκτός από μένα.

Στην κόφτρα του αυλακιού που πηγαίνει το νερό στην Παναγιά ακριβώς αριστερά απ’ το ρέμα της Κεδρόβρυσης, κοντά στα έλατα, τις μεταμεσονύκτιες ώρες κυρίως καλοκαίρι πολλοί είδαν φωτιά αναμμένη και το πρωί στο σημείο αυτό δεν υπήρχε το παραμικρό σημάδι, αλλά και όσοι επιχείρησαν και πήγαν εκεί, την έβλεπαν μέχρις ότου έφθαναν περίπου στα δέκα μέτρα και μετά χανόταν

Στην Κειθερήπα ακουγόταν χωρίς να φαίνεται κάτι σαν φωνή του αγριοπερίστερου. Το άκουγαν πολλοί τσοπάνηδες, αλλά δεν το έβλεπαν. Ο μακαρίτης ο πατέρας μου το άκουσε δίπλα του και σηκώθηκε να το δει. Την ώρα που σηκώθηκε, άνοιξε η γη μπροστά του, χωρίς να ακούγεται τίποτα. Όταν ακούς ή βλέπεις φαινόμενα όπως αυτό μέσα στην ερημιά, δεν ξέρω αν είναι δαιμονικό, φόβος ή φυσικό φαινόμενο. Εκείνο που σίγουρα ξέρω είναι ότι κανείς από τους παλαιούς δε φοβόταν τίποτα, γιατί ήταν στη φύση απ’ τη γέννησή τους, ήσαν ίδιοι μ’ αυτή και πιο σκληροί…».