"Κι α' σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα" Τελευταίος Σταθμός, Γιώργος Σεφέρης

Όταν οι Έλληνες ξεσηκώθηκαν σε πόλεμο ενάντια στον Οθωμανικό ζυγό, τα βουνά και τα δάση ήταν οι πιο σημαντικοί τους σύμμαχοι. Κλέφτες και Αρματολοί έβρισκαν καταφύγιο ανάμεσα στα πυκνά δέντρα και τρεφόντουσαν από τους καρπούς τους. Τα δάση ήταν τα πεδία των μαχών για τον ανταρτοπόλεμο!

 

Τα δάση και τα δέντρα ήταν εφημερίδες στρατιωτικές...

Ένα τμήμα της Οξυάς ονομάζεται Σαράνταινα. Σύμφωνα με την παράδοση οφείλει το όνομά της στο δράμα μιας γαμήλιας πομπής από σαράντα άτομα, που διάβαινε ολόραχα το βουνό πριν από πολλά χρόνια κι έπεσε απάνω σε μια ξαφνική χιονοθύελλα που έγινε το τραγικό μνήμα της. Από τον άδικο αυτό χαμό, συνεχίζει η τοπική παράδοση, ονομάστηκε «Κλαψί» το χωριό που βρίσκεται προς τη μεριά του Καρπενησιού και «Συμπεθερικό» μια κοντινή απόκρημνη πλαγιά του Βελουχιού, στα βράχια της οποίας φαίνεται ως τα σήμερα η μορφή της άμοιρης εκείνης πομπής.

Στο χωριό μας, δεν υπήρχε οικογένεια να μην έχει το αμπέλι της, εκείνα τα χρόνια. Άλλη λίγο, άλλη πολύ, το είχαν σαν τα μάτια τους. «Χωρίς ψωμί έλεγαν κάνω, χωρίς κρασί ούτε ώρα». Δεν υπήρχαν πολλά είδη σταφυλιών.

  • Εκείνο που είχαν όλοι ήταν ο γκοσμάς. Κατ΄ εξοχήν κρασοστάφυλο, με μαύρες σφιχτοδεμένες μεταξύ τους ρόγες πολύ γλυκιές.
  • Ασπρούδια νυχάκι με μικρές ρόγες που αργούσε περισσότερο να ωριμάσει, γιατί ήταν σε κρεβατίνες ή σε δέντρα επάνω.
  • Μαυροστάφυλο, ή βρωμοστάφυλο, άφθονο στα δέματα.
  • Ροδίτες, ένα ροζ σκληρό τραγανό σταφύλι που γινόταν πολύ αργά και λίγα φιλέρια που 29 Αυγούστου είχαν φαγωθεί, ή αν υπήρχαν ακόμα αυτή τη μέρα όσοι είχαν, τα φύλαγαν στα αμπέλια το πρωί, από τους προσκυνητές που πήγαιναν για το μοναστήρι του Αϊ –Γιάννη, για να κόψουν επιστρέφοντας για το χωριό, μετά την εκκλησία.

Στην Ευρώπη, στο νοτιότερο δάσος οξυάς, ζει ένα πολύχρωμο βατραχάκι!

Ονομάζεται Μπομπίνα, η ... ποικιλόχρωμη (Bombina Variegata) . Η πλάτη της είναι καφετιά, σχεδόν ίδιο χρώμα με το χώμα. Όμως η κοιλιά της έχει πιο ακραίους χρωματισμούς: μπαλώματα από κίτρινο και πορτοκαλί μέσα σε μαύρο φόντο. Θα τη δείτε να κάθεται ήσυχη δίπλα σε λιμνούλες και λακκούβες με νερά, που βρίσκονται μέσα στο δάσος. Και από δίπλα της να περάσετε, η μικρή βατραχίνα δε θα τρέξει να κρυφτεί.

Μα καλά, δεν φοβάται κανέναν αυτό το πλάσμα;

Ένας χαριτωμένος θρύλος λέει πως η οξυά και ο έλατος ήταν αδέλφια και ταξίδεψαν κάποτε από τις παγωμένες χώρες του βορά προς το νότο. Διάβηκαν χώρες και βουνά κι ύστερα από μακρύ ταξίδι έφτασαν και στον τόπο μας. Σκαρφάλωσαν στα πανέμορφα ηπειρωτικά βουνά, διάβηκαν στις ράχες και στις πλαγιές της Πίνδου κι ύστερα ανέβηκαν στα Άγραφα. Η Οξυά ανηφορίζοντας στα κακοτράχαλα βουνά της Πίνδου,των Τζουμέρκων και των Αγράφων απόκαμε από την κούραση. Φτάνοντας κάποτε στη Σαράνταινα ,απάνω από τη Στάγια κι αντίκρυ από το Γαρδίκι, έριξε ...άγκυρα. «Ως εδώ και μη παρέκει...» φωνάζει κατάκοπη στον αδελφό της.

Κάθε χωριό έχει τον άγιο του, τον προστάτη του, τον αφέντη άγιο, όπως λέει ο λαός. Έχει όμως κι έναν άλλο προστάτη, κάποιον που στέκεται άγρυπνος φρουρός, έτοιμος να παλέψει και να θυσιαστεί για το συμφέρον του χωριού. Είναι το στοιχειό του χωριού, που στη φαντασία του λαού μας είναι πνεύμα άυλο κι αδιόρατο, που άλλοτε εμφανίζεται απρόσωπα κι άλλοτε με μορφή ανθρώπου γίγαντα ή ζώου. Δε διστάζει μάλιστα να μονομαχήσει μέχρι εξοντώσεως και με το στοιχειό του γειτονικού χωριού, όταν γίνεται απόπειρα μετακίνησης των ορίων ή όταν κινδυνεύουν τα συμφέροντα του δικού του χωριού.1

Όμως η φαντασία και ο φόβος δεν έπλασαν μόνο στοιχειά και στοιχειώματα, αλλά και φαντάσματα, ξωτικά και νεράιδες, δαιμονικά, τελώνια και βρυκόλακες. Κατοικούν σε όλο το στερέωμα, σε γη και σ’ αέρα. Άμα δεν τα πειράξεις δε σε πειράζουν, άμα δε φωνάξεις δε σου παίρνουν τη λαλιά, λέει ο λαός. Οι κολασμένες ψυχές δε βρίσκουν πουθενά ησυχία και τριγυρίζουν στον απάνω κόσμο. Το βογκητό του αδικοσκοτωμένου το σκορπάει ο αέρας στις πλαγιές και στα λαγκάδια, που θα σταματήσει με ένα πιάτο σιτάρι την Κυριακή στην εκκλησία και να μνημονευθεί το όνομά του. Αντίδοτο, λένε οι παλιοί, άμα δεις ξωτικό είναι να πεις πολλές φορές το «Πιστεύω» και το «Πάτερ υμών», ή να κάψεις μάλλινο ύφασμα μέχρι να γίνει «σκρούμπος». Οι γιαγιάδες ακόμα διηγούνται ιστορίες για τις «Μοίρες» και για τη «Μώρα» και αραδιάζουν ένα σωρό ξόρκια.